Ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνογιάννης στον «Ε.Κ.»
Σε μια περίοδο κατά την οποία ολοένα και περισσότεροι Έλληνες της Διασποράς διατηρούν ή αποκτούν περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα (από ακίνητα και τραπεζικές καταθέσεις έως κληρονομικά δικαιώματα) τα ζητήματα φορολογικής κατοικίας, διαδοχής και μεταβίβασης περιουσίας αποκτούν αυξημένη πολυπλοκότητα. Η έλλειψη έγκαιρης και σωστής ενημέρωσης μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες φορολογικές επιβαρύνσεις, πρόστιμα ή ακόμη και σε μακροχρόνιες διοικητικές εμπλοκές.
Στη συνέντευξή του στο «Περιοδικό» του «Εθνικού Κήρυκα», ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνογιάννης φωτίζει τα συχνότερα λάθη που κάνουν οι ομογενείς σε σχέση με τη φορολογική τους κατοικία, τις παγίδες που κρύβουν οι κληρονομιές και οι γονικές παροχές, τη λειτουργία των Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας στην πράξη, αλλά και τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη σύνταξη διαθήκης όταν η περιουσία εκτείνεται σε περισσότερες από μία χώρες.
Με σαφήνεια και πρακτικό προσανατολισμό, αναλύει τι πρέπει να γνωρίζει κάθε Έλληνας του εξωτερικού ώστε να αποφύγει μελλοντικές νομικές και φορολογικές περιπέτειες, και γιατί η σωστή δήλωση της φορολογικής κατοικίας αποτελεί το πρώτο και καθοριστικό βήμα.
Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι ομογενείς σε σχέση με τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα και ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες αν δεν έχει δηλωθεί σωστά;
Ένα από τα πιο συχνά και ίσως σοβαρά λάθη που παρατηρείται ότι κάνουν οι ομογενείς σε σχέση με τη φορολογική τους κατοικία είναι η μη έγκαιρη μεταφορά αυτής από την Ελλάδα στο εξωτερικό, συνήθως λόγω ελλιπούς πληροφόρησης ως προς την υποχρέωσή τους αυτή. Πολλοί ομογενείς, έχουν την εντύπωση ότι επειδή ζουν, εργάζονται και φορολογούνται στο εξωτερικό, η Ελλάδα το γνωρίζει και τους έχει καταχωρίσει ως φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού.
Στην πραγματικότητα όμως, η αλλαγή φορολογικής κατοικίας δεν γίνεται αυτόματα. Απαιτείται επίσημη αίτηση και κατάθεση δικαιολογητικών προς τη φορολογική διοίκηση, σύμφωνα με τις οδηγίες και τα κριτήρια που προβλέπονται στον νόμο και στις εγκυκλίους της Διοίκησης. Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, οι φορολογικές αρχές εξακολουθούν να θεωρούν το άτομο αυτό φορολογικό κάτοικο Ελλάδας, ανεξάρτητα από το που ζει πραγματικά.
Η μη δήλωση της μεταβολής της φορολογικής κατοικίας έχει ως συνέπεια ότι τα πρόσωπα αυτά, ακόμα και μετά τη μετοίκησή τους, εξακολουθούν να θεωρούνται φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος και να έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν ετησίως δήλωση φορολογίας εισοδήματος στη χώρα μας στην οποία και θα πρέπει να δηλώνουν το παγκόσμιο εισόδημά τους, και όχι μόνο αυτό που προκύπτει στην Ελλάδα.
Στην πράξη, όμως επειδή τα πρόσωπα που αφήνουν την Ελλάδα για το εξωτερικό, από μόνη την αναχώρησή τους αυτή θεωρούν ότι παύουν να έχουν και φορολογικές υποχρεώσεις στην Ελλάδα, δεν υποβάλλουν καν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος, σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου από τις ελληνικές φορολογικές αρχές, να τους επιβληθούν φόροι και πρόστιμα λόγω της μη δήλωσης και φορολόγησης του παγκοσμίου εισοδήματός τους στην Ελλάδα είτε τεκμήρια διαβίωσης (π.χ. στην περίπτωση κατοχής ακίνητης περιουσίας), τα οποία δεν θα είχαν εφαρμογή εάν ήταν δηλωμένοι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού. Επίσης, είναι εκτεθειμένοι σε έλεγχο της προέλευσης χρημάτων που κατατίθενται σε τραπεζικούς τους λογαριασμούς στην Ελλάδα ή που χρησιμοποιούνται για την αγορά περιουσιακών στοιχείων.
Ποια είναι τα συχνότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομογενείς όταν κληρονομούν ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όταν οι κληρονόμοι ζουν μόνιμα στο εξωτερικό;
Οι ομογενείς που κληρονομούν ακίνητα στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν συχνά ένα συνδυασμό γραφειοκρατικών εμποδίων και νομικών και πρακτικών προκλήσεων, που περιπλέκονται ακόμα περισσότερα όταν διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό.
Αρχικά κρίσιμο είναι να λαμβάνουν γνώση των προθεσμιών εντός των οποίων μπορούν να προβούν σε αποποίηση της κληρονομιάς, εφόσον δεν επιθυμούν η περιουσία αυτή να περιέλθει στην κατοχή τους. Άλλως θα πρέπει να γνωρίζουν ότι εφόσον έχουμε να κάνουμε με ακίνητη περιουσία, η αποδοχή της κληρονομιάς απαιτεί την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας, η οποία υποχρεωτικά διεξάγεται ενώπιον συμβολαιογράφου, και απαιτεί την υποβολή δηλώσεων φόρου κληρονομιάς και την καταχώριση των μεταβολών που θα επέλθουν στο Κτηματολόγιο ή στο Υποθηκοφυλακείο, στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το ακίνητο.
Για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω απαιτείται η συγκέντρωση εγγράφων, όπως ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, γέννησης κλπ., πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, αντίγραφα συμβολαίων, τοπογραφικών και άλλα, διαδικασία η οποία στην πράξη μπορεί να αποδειχθεί δυσχερής και χρονοβόρα χωρίς παρουσία στην Ελλάδα. Περαιτέρω, απαιτείται μέριμνα για την ανεύρεση του συμβολαιογράφου που θα αναλάβει τη διαδικασία αποδοχής της κληρονομιάς καθώς επίσης και για το συντονισμό των διαδικασιών με λοιπές υπηρεσίες του Δημοσίου (κτηματολόγια, υποθηκοφυλακεία, φορολογικές αρχές κλπ.). Αν και οι περισσότερες διαδικασίες πλέον γίνονται ηλεκτρονικά, αυτό προϋποθέτει την κατοχή κωδικών πρόσβασης στις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, τους οποίους όμως πολλοί ομογενείς δεν διαθέτουν, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η ολοκλήρωση των ενεργειών, καθώς απαιτούνται πρόσθετες διοικητικές ενέργειες (επικυρώσεις εγγράφων από το προξενείο, σύνταξη πληρεξουσίων, τυχόν μεταφράσεις κλπ.). Ζητήματα επίσης παρατηρείται ότι προκύπτουν και με την έγκαιρη υποβολή των δηλώσεων φόρου κληρονομιάς καθόσον, λόγω ελλιπούς ενημέρωσης ως προς τις προβλεπόμενες διαδικασίες αλλά και καθυστερήσεων λόγω των εξ αποστάσεων συνεννοήσεων, δεν είναι λίγες οι φορές που οι προθεσμίες δεν τηρούνται, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι του εξωτερικού να επιβαρύνονται με πρόστιμα και προσαυξήσεις.
Επίσης, μετά την απόκτηση ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα, ο κάτοικος εξωτερικού θα πρέπει να γνωρίζει ότι οφείλει να προβεί στη δήλωσή της περιουσίας του αυτής στο Ε9, από το επόμενο της απόκτησης της περιουσίας έτος και να καταβάλει τον αναλογούντα ΕΝΦΙΑ. Σε περίπτωση μίσθωσης του ακινήτου θα πρέπει τα μισθώματα να δηλώνονται στο έντυπο Ε2 αλλά και στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1). Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούν και οι δυσκολίες που σχετίζονται με την κατοχή αυτή καθαυτή της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα και οι οποίες σχετίζονται είτε με την εν γένει διαχείρισή της (συντήρηση, ενοικίαση ή ακόμα και πώληση), καθόσον όλες αυτές οι ενέργειες απαιτούν είτε αυτοπρόσωπη παρουσία στην Ελλάδα είτε την ανάθεσή τους σε πληρεξούσιο, γεγονός που αυξάνει και το κόστος άλλα και την πολυπλοκότητα της διεκπεραίωσής τους.
Πόσο αποτελεσματικές είναι στην πράξη οι συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολόγησης για τους Έλληνες της Διασποράς και σε ποιες περιπτώσεις εξακολουθούν να προκύπτουν «παγίδες»;
Στην περίπτωση των Ελλήνων της Διασποράς που έχουν τη φορολογική του κατοικία στην αλλοδαπή και ταυτόχρονα αποκτούν και εισοδήματα πηγής Ελλάδος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας αποτελούν σημαντικό εργαλείο διότι καθορίζουν αφενός το κράτος που έχει δικαίωμα να φορολογήσει το εκάστοτε εισόδημα αφετέρου τις μεθόδους εξάλειψης της διπλής φορολόγησης του ίδιου εισοδήματος αλλά και τη διαδικασία επίλυσης τυχόν συγκρούσεων που μπορεί να προκύψουν μεταξύ των εμπλεκόμενων δικαιοδοσιών ως προς την εξουσία φορολόγησης του κρίσιμου εισοδήματος.
Στην πράξη ζητήματα ανακύπτουν όταν, βάσει της εκάστοτε εφαρμοστέας Σύμβασης, το δικαίωμα φορολόγησης απονέμεται και στα δύο εμπλεκόμενα κράτη και ως εκ τούτου ο φορολογούμενος οφείλει να δηλώσει το εν λόγω εισόδημα και στα δύο κράτη. Στην περίπτωση αυτή, ενεργοποιούνται οι διατάξεις περί εξάλειψης της διπλής φορολογίας, η οποία, για τη συντριπτική πλειοψηφία των συμβάσεων που έχει συνάψει η Ελλάδα, επιτυγχάνεται με τη μέθοδο της πίστωσης του φόρου, σύμφωνα με την οποία το κράτος κατοικίας έχει υποχρέωση να αφαιρέσει από τον φόρο που επιβάλει στο σχετικό εισόδημα, τον φόρο που πληρώθηκε στο έτερο συμβαλλόμενο κράτος. Η εφαρμογή της μεθόδου πίστωσης του φόρου προϋποθέτει την προσκόμιση συγκεκριμένων δικαιολογητικών και εντύπων, τα οποία καθορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος κατοικίας, δηλαδή στο κράτος στο οποίο διαμένει ο Έλληνας του εξωτερικού.
Επίσης, προσοχή χρειάζεται όταν οι ομογενείς που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην αλλοδαπή, αποκτούν εισοδήματα στην Ελλάδα, τα οποία υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, όπως είναι τα μερίσματα, οι τόκοι και τα δικαιώματα, και τα οποία βάσει της ισχύουσας Σύμβασης προβλέπεται ότι φορολογούνται με συγκεκριμένο συντελεστή. Στη περίπτωση αυτή, προκειμένου να εφαρμοστεί ο, ευνοϊκότερος συνήθως, συντελεστής που προβλέπεται στη Σύμβαση, θα πρέπει το πρόσωπο που καταβάλει στο εισόδημα και υποχρεούται στη διενέργεια παρακράτησης (πρακτικά δηλαδή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα) ταυτόχρονα με την δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου, να υποβάλει στις ελληνικές φορολογικές αρχές και πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας του δικαιούχου του εισοδήματος (του κατοίκου δηλαδή του εξωτερικού). Για το λόγο αυτό θα πρέπει να έχει μεριμνήσει ο κάτοικος της αλλοδαπής να έχει λάβει το εν λόγω πιστοποιητικό από τις αλλοδαπές φορολογικές αρχές, το οποίο θα πρέπει να φέρει Επισημείωση της Χάγης (apostille) και να έχει νομίμως μεταφραστεί στα Ελληνικά.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι ομογενείς σχετικά με τη σύνταξη διαθήκης; Είναι προτιμότερο να συντάσσεται στο εξωτερικό ή στην Ελλάδα και ποιας χώρας το δίκαιο υπερισχύει;
Ως γενικός κανόνας σύμφωνα με τον ελληνικό Αστικό Κώδικα, είναι ότι οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομούμενου. Στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με ομογενή που κατοικεί σε χώρα της ΕΕ ισχύει ο Κανονισμός 650/2012, ο οποίος προβλέπει ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της τελευταίας διαμονής του κληρονομούμενου. Ωστόσο, εάν αντικείμενο της κληρονομιάς είναι ακίνητο που βρίσκεται στην Ελλάδα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου (ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου). Είναι προφανές δηλαδή ότι οι κληρονομικές σχέσεις μπορεί να καταλήξουν να διέπονται από τη νομοθεσία διαφορετικών κρατών δημιουργώντας έτσι σύγχυση στους κληρονόμους και στους λοιπούς εμπλεκόμενους. Προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια κατάσταση και για το σκοπό εφαρμογής ενιαίου νομικού πλαισίου για το σύνολο της περιουσίας του διαθέτη, καλό θα είναι κατά τη σύνταξη της διαθήκης να γίνεται ρητή επιλογή του δικαίου που θα εφαρμοστεί.
Ως προς το που είναι προτιμότερο να συντάσσεται η διαθήκη, εφόσον υπάρχει περιουσία στην Ελλάδα και ειδικά εάν σε αυτή υπάρχουν και ακίνητα, προτιμητέο είναι να επιλεγεί η Ελλάδα ως τόπος σύνταξης της διαθήκης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η άμεση και ενιαία εφαρμογή του ελληνικού δικαίου καθώς επίσης και να αποφευχθούν τυπικές και χρονοβόρες διαδικασίες που συνοδεύουν συνήθως την αναγνώριση αλλοδαπής διαθήκης στην Ελλάδα.
Πάντως, να σημειώσουμε, ότι οι Έλληνες ομογενείς έχουν τη δυνατότητα να συντάξουν τη διαθήκη τους ενώπιον του προξενείου. Μετά το θάνατο του διαθέτη, η διαθήκη δημοσιεύεται, από τον πρόξενο, στο νεοσύστατο Μητρώο Διαθηκών και αναγνωρίζεται στην Ελλάδα από τη δημοσίευσή της αυτή, χωρίς τη μεσολάβηση πλέον των ελληνικών δικαστηρίων.
Μετά τις αλλαγές στη φορολογία γονικών παροχών και δωρεών, ποιες επιλογές έχουν σήμερα οι ομογενείς που θέλουν να μεταβιβάσουν περιουσία στα παιδιά τους στην Ελλάδα;
Με τις αλλαγές που επήλθαν στην φορολογία γονικών παροχών και δωρεών, καθιερώνεται αφορολόγητο όριο 800.000 ευρώ για γονικές παροχές και δωρεές με δικαιούχους συζύγους και μέρη συμφώνου συμβίωσης, τέκνα, εγγόνια και γονείς. Το αφορολόγητο αυτό των 800.000 ευρώ εφαρμόζεται στις γονικές παροχές και δωρεές οποιασδήποτε φύσεως περιουσίας (συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων) μεταξύ των ανωτέρω προσώπων καθώς και στις μεταφορές χρηματικών ποσών που λαμβάνουν χώρα ενδοτραπεζικά.
Οι διατάξεις αυτές αφορούν και τις γονικές παροχές ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα καθώς και λοιπών περιουσιακών στοιχείων αλλά και χρημάτων που βρίσκονται σε λογαριασμούς, είτε στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή, Ελλήνων κατοίκων του εξωτερικού προς τα τέκνα τους.
Επομένως, οι ομογενείς έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν στα τέκνα τους ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς την καταβολή φόρου γονικής παροχής εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τα 800.000 ευρώ. Σε περίπτωση υπέρβασης του ποσού αυτού, το υπερβάλλον φορολογείται με ενιαίο συντελεστή 10%.
Επίσης, το αφορολόγητο ισχύει και για τη γονική παροχή χρηματικών ποσών, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταφορά των χρημάτων λαμβάνει χώρα μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι εξής: (α) η μεταφορά χρηματικού ποσού από ατομικό ή κοινό λογαριασμό του γονέα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό του τέκνου, και ανεξαρτήτως του ποιοι είναι οι λοιποί συνδικαιούχοι των λογαριασμών (ακόμα δηλαδή και τρίτα πρόσωπα) και (β) η έκδοση τραπεζικής επιταγής από τον γονέα με χρέωση (ατομικού ή κοινού) τραπεζικού λογαριασμού (όχι δηλαδή η έκδοση επιταγής με κατάθεση μετρητών) και η κατάθεση της επιταγής αυτής σε λογαριασμό (ατομικό ή κοινό) του τέκνου.
Επίσης αφορολόγητη, πάντα μέχρι το ποσό των 800.000 ευρώ, είναι και η αγορά ακινήτου από τον γονέα για λογαριασμό του τέκνου, η οποία αποδεικνύεται από τη μεταφορά χρηματικού ποσού ή κατάθεση επιταγής σε λογαριασμό του πωλητή ακινήτου καθώς και η αγορά οχήματος για λογαριασμό του τέκνου υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για την καταβολή ποσού από τον γονέα για συμμετοχή του τέκνου του σε αύξηση κεφαλαίου εταιρείας.
Απαιτείται προσοχή η μεταφορά των χρηματικών ποσών να λαμβάνει χώρα με τους παραπάνω τρόπους καθώς σε περίπτωση μη πλήρωσης της ενδοτραπεζικής μεταφοράς, τα σχετικά ποσά θα φορολογούνται με αυτοτελή συντελεστή 10%, χωρίς αφορολόγητο όριο.
Σημειώνεται ότι το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ ισχύει ανά γονέα και μπορεί να συμπληρωθεί με μία ή και με περισσότερες γονικές παροχές.
Αν είχατε να δώσετε μία μόνο συμβουλή σε έναν ομογενή που έχει ή σκοπεύει να αποκτήσει περιουσία στην Ελλάδα, ποια θα ήταν για να αποφύγει μελλοντικές νομικές και φορολογικές περιπέτειες;
Το βασικότερο είναι να έχει μεριμνήσει για την ορθή δήλωση της φορολογικής κατοικίας του καθώς είναι κρίσιμη για τη συνολική φορολόγησή του και τους κανόνες που θα εφαρμοστούν αλλά και την αποφυγή άσκοπων επιβαρύνσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να έχει τους κατάλληλους συμβούλους. Η απόκτηση κα κατοχή περιουσίας στην Ελλάδα δεν συνεπάγεται μόνο νομικές και δη φορολογικές υποχρεώσεις αλλά και πρακτικά προβλήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη σωστή και έγκαιρη καθοδήγηση.
