Πέτρος Πανταζόπουλος, Εταίρος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Μία από τις βασικές μεθόδους άσκησης εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους της Κυβέρνησης Trump σε αυτή ιδίως τη θητεία του ήταν η επιβολή δασμών κατά την εισαγωγή προϊόντων από άλλες χώρες στις ΗΠΑ με τη χρήση του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης («IEEPA»). O IEEPA είναι ένας ομοσπονδιακός νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1977, που εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να ρυθμίζει το διεθνές εμπόριο μετά την κήρυξη εθνικής έκτακτης ανάγκης ως απάντηση σε οποιαδήποτε ασυνήθιστη και έκτακτη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία προέρχεται εξ ολοκλήρου ή σε σημαντικό βαθμό εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Πρόεδρος Trump έκανε εκτεταμένη χρήση του ΙΕΕPA τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη θητεία του για να επιβάλει κυρώσεις και άλλα μέτρα σε διάφορες περιστάσεις, στη δεύτερη δε θητεία του επικεντρώθηκε στην επιβολή δασμών. Κάνοντας χρήση του μέτρου περίπου ακανόνιστα (αφού η επιβολή και η άρση δασμών, όπως και η μεταβολή των συντελεστών τους, άλλαζε συχνά από μέρα σε μέρα, ανάλογα με τις… διαθέσεις του) ο Πρόεδρος Trump ασκούσε έτσι οικονομική πίεση σε οποιαδήποτε χώρα (ή και την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά) θεωρούσε ότι δεν συνέπλεε με τις απόψεις του.
Κατά των δασμοφορολογικών αυτών επιβαρύνσεων προσέφυγαν διάφορες αμερικανικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιβολή τους υπερέβαινε τις εξουσίες του Προέδρου υπό τον νόμο που αυτός χρησιμοποίησε. Κατώτερα δικαστήρια δέχθηκαν, πράγματι, ότι ο νόμος αυτός δεν παρέχει στον Αμερικανό Πρόεδρο εξουσία επιβολής δασμών. Και το ζήτημα κατέληξε στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, που εξέτασε δύο υποθέσεις (Learning Resources Inc., et al. v. Trump και Trump v. V.O.S. Selections Inc., et al.). Στην υπόθεση Learning Resources Inc., et al. v. Trump της 20ης Φεβρουαρίου 2026 το Δικαστήριο εξέδωσε μία απόφαση 170 σελίδων, όπου διατύπωσαν τις απόψεις τους επτά από τους εννέα Δικαστές (πράγμα ασυνήθιστο για το Δικαστήριο) και με ψήφους 6 προς 3 έκρινε ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης δεν παρέχει στον Πρόεδρο την εξουσία να επιβάλει δασμούς, ακυρώνοντας έτσι όλα τα σχετικά δασμολογικά μέτρα. Όπως το έθεσε απολύτως ευκρινώς το Δικαστήριο, «Το καθήκον μας σήμερα είναι να αποφασίσουμε μόνο αν η εξουσία “ρύθμισης των εισαγωγών”, όπως αυτή παραχωρείται στον Πρόεδρο από τον IEEPA, περιλαμβάνει την εξουσία επιβολής δασμών. Δεν την περιλαμβάνει.»
Η απόφαση αντιμετώπισε ενδιαφέροντα ζητήματα για την ερμηνεία του νόμου και την κατανομή της εξουσίας επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ Κογκρέσου και Προέδρου των ΗΠΑ – δηλαδή, τελικά, τη διάκριση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Συνοπτικά, το Δικαστήριο έκρινε, κατά πρώτον, ότι σύμφωνα με το άρθρο Ι του Αμερικανικού Συντάγματος, η εξουσία επιβολής φόρων και δασμών, τουλάχιστον σε περίοδο ειρήνης, ανατίθεται στο Κογκρέσο, όχι την εκτελεστική εξουσία. Έτσι, η εξουσία που μπορεί να παρέχεται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης στην εκτελεστική εξουσία δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε υποκατάστατο της αρμοδιότητας του Κογκρέσου να επιβάλει φόρους.
Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η «ρύθμιση» εννόμων σχέσεων που μπορεί να προβλέπεται στον κρίσιμο νόμο δεν περιλαμβάνει την εξουσία επιβολής φόρων, δεν συνιστά εξουσιοδότηση για επιβολή φορολογίας. Άλλωστε, το Κογκρέσο διαχωρίζει συνήθως τη «ρύθμιση» από τη «φορολογία» στα κείμενα των νόμων. Ο IEEPA δεν περιλαμβάνει δε τη λέξη «δασμός» ή οποιοδήποτε συνώνυμο ή υποκατάστατο του. Οι δασμοί, άλλωστε, ακόμη και αν επιτελούν ρυθμιστική λειτουργία, διατηρούν τον ουσιαστικό τους χαρακτήρα ως φόροι. Το γεγονός, λοιπόν, ότι το Κογκρέσο στον κρίσιμο νόμο δεν παραχώρησε αυτές τις εξουσίες διακριτά, συνιστά ισχυρή απόδειξη ότι ο όρος «ρύθμιση» στον IEEPA δεν περιλαμβάνει τη φορολογία. Εξάλλου, μια τέτοια ευρεία ερμηνεία θα κατέληγε να παρέχει εξουσιοδότηση και για τη φορολογία των εξαγωγών, η οποία θα ήταν επίσης αντισυνταγματική. Επομένως, η εξουσία από τον IEEPA προς τον Πρόεδρο να «υποχρεώνει» και να «απαγορεύει» δεν είναι μια εξουσία που περιλαμβάνει και τη φορολογία. Και αυτό διότι οι φόροι είναι διαφορετικοί – σε αντίθεση με τις ποσοστώσεις ή τα εμπάργκο, αυξάνουν τα κρατικά έσοδα.
Σύμφωνα με την θεωρία, εάν μία (κρατική) οντότητα επιδιώκει να αποφασίσει για ένα ζήτημα μείζονος εθνικής σημασίας, η δράση του πρέπει να υποστηρίζεται από σαφή εξουσιοδότηση του Κογκρέσου. Κατά την άποψη του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία συντάχθηκαν δύο ακόμη Δικαστές, η εν λόγω θεωρία εφαρμόζεται στην ερμηνεία του IEEPA, ο πρόεδρος δεν μπορούσε δε «να επικαλεστεί σαφή εξουσιοδότηση του Κογκρέσου για να δικαιολογήσει την εξαιρετική άσκηση της εξουσίας του να επιβάλλει δασμούς» – τέτοια εξουσιοδότηση δεν μπορεί απλώς να υπονοείται.
Συνολικά, από συνταγματικής άποψης, η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου οριοθέτησε την εξουσία του Προέδρου έναντι του Κογκρέσου σχετικά με την επιβολή ειδικά φορολογίας. Προσδιόρισε δε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ρύθμισης του εμπορίου, μεταξύ άλλων με δασμοφορολογικά μέτρα και επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων – γραμμή που δεν επιτρέπεται να ξεπερνά ο Πρόεδρος ούτε και στην περίπτωση των (υποτιθέμενων) εκτάκτων συνθηκών. Από την άποψη αυτή, η Απόφαση ενίσχυσε τη φορολογική νομιμότητα και την ασφάλεια από φορολογική άποψη των συναλλαγών.
Το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την διαδικασία επιστροφής αυτής καθεαυτή των δασμών που είχαν επιβληθεί, αλλά παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ (CIT). Πράγματι, άμεσα μετά την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την 4η Μαρτίου 2026, εκδόθηκε από το CIT απόφαση που διέταξε την Αμερικανική Υπηρεσία Τελωνειακής και Συνοριακής Προστασίας (CBP) να εκκαθαρίσει όλες τις μη εκκαθαρισμένες καταχωρήσεις που υποβλήθηκαν με βάση τους αμφισβητούμενους δασμούς χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δασμοί IEEPA και να εκκαθαρίσει εκ νέου όλες τις εκκαθαρισμένες καταχωρήσεις των οποίων η εκκαθάριση δεν είναι τελική, επίσης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δασμοί IEEPA. Ωστόσο, λόγω του όγκου των άκυρων δασμών (166 δισεκατομμύρια δολάρια που καταβλήθηκαν από περίπου 330.000 εισαγωγείς σε περισσότερες από 53 εκατομμύρια εγγραφές), η απόφαση για άμεση συμμόρφωση ανεστάλη, ώστε να διαμορφωθεί καταλληλότερα το σύστημα των επιστροφών. Ένδειξη ότι η ίδια η επιστροφή των δασμών δεν είναι αυτονόητο ότι θα συμβεί άμεσα και αποτελεσματικά, δεν αποκλείονται δε περαιτέρω προσφυγές επιχειρήσεων. Ως απάντηση, εξάλλου, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η κυβέρνηση Trump έθεσε σε ισχύ ήδη στις 24 Φεβρουαρίου 2026, προσωρινό, επιπρόσθετο δασμό 10% στις εισαγωγές προς τις ΗΠΑ, δυνάμει του Άρθρου 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, κατόπιν σχετικής Προεδρικής Διακήρυξης. Η «διαπάλη», λοιπόν, μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στις ΗΠΑ στην εποχή Trump συνεχίζεται, οπότε δεν αποκλείεται το Ανώτατο Δικαστήριο να κληθεί να επιλύσει τα πολύπλοκα συνταγματικά ζητήματα που προκύπτουν και να διαφυλάξει εκ νέου τη συνταγματική νομιμότητα, φορολογική και όχι μόνο.
